Home

Της CretaMum Τζανέτας

Επιτέλους καλοκαίρι. Η ωραιότερη εποχή του χρόνου! Ήλιος, θάλασσα, παιχνίδια στην άμμο, κουβαδάκια  κι ένα σωρό σχέδια. Αχ, αυτά τα σχέδια που κάνουμε το καλοκαίρι! Θα πάμε εδώ…θα πάμε εκεί…να κλείσουμε εισιτήρια…να πάμε στη συναυλία…να κάνουμε κράτηση στο τάδε ξενοδοχείο…Τι ευχάριστα θέματα!

Ακόμα κι αν δεν προβλέπονται ολοκληρωμένες διακοπές, πάντα το καλοκαίρι ανακαλύπτουμε διαφορετικές πλευρές της πόλης και κυρίως αναζητούμε κοντινές παραλίες και υδάτινα πάρκα ή μικρές εξορμήσεις τα Σαββατοκύριακα! Αλλά και οι διακοπές στο χωριό, οι γνωστές, οι προβλέψιμες, με τον παππού και τη γιαγιά και όλο το σόι παρέα, είναι ευλογημένες διακοπές που μας σημάδεψαν όλους. Όσο κι αν καμιά φορά τις θεωρούμε κατώτερες από τις διακοπές σ’ ένα πολυτελές θέρετρο, θα μείνουν αξεπέραστες στις καρδιές μας. Ανυπομονώ να δω το γιο μου γυμνό στην αυλή της γιαγιάς, να τρώει μια δυσανάλογα μεγάλη φέτα καρπούζι και να τρέχουν τα ζουμιά πάνω του και να μη με νοιάζει καθόλου!

Ανυπομονώ να γυρίσουμε απ’ την παραλία και να παίξουμε μπουγέλο στην αυλή με το κλασικό πράσινο λάστιχο. Ας μην κάνουμε αφρόλουτρο. Ανυπομονώ να  μείνουμε μια μέρα ή δύο με το αλάτι πάνω μας. Δέρμα με μυρωδιά ιωδίου και το ελαφρύ ξεφλούδισμα από την ασπρίλα του αλατιού. Ανυπομονώ να τον δω να πετάει τα χώματα απ’ τον κήπο του παππού και της γιαγιάς κι εγώ απλά να γελάω και να βλέπω τη γιαγιά να τον κυνηγάει… με την  κουτάλα στο χέρι γιατί τη διέκοψε απ’ το μαγείρεμα. Ανυπομονώ να τον δω να φτιάχνει χαρταετό με το παππού -ναι, χαρταετό τον Αύγουστο!- και να σκάει στα γέλια κάθε φορά που ο αυτοσχέδιος χαρταετός αποτυγχάνει να ανέβει ψηλά  και κάνει τούμπες.

Πώς να μη θυμηθώ τα δικά μου παιδικά χρόνια όταν προσπαθώ να σχεδιάσω ονειρεμένες διακοπές για το παιδί μου; Πώς να ξεχάσω τα μεσημέρια που μαζευόμασταν όλοι στη  γιαγιά (τη μαμά της μαμάς μου) και γινόταν ολόκληρη μετακόμιση για να τακτοποιηθούμε όλοι και να φάμε; Τα ίδια συνέβαιναν και στην άλλη γιαγιά, απ’ την πλευρά του μπαμπά μου. Μαζευόμασταν θείοι, θείες, ξαδέλφια και όλοι μαζί δε χωρούσαμε να κυκλοφορήσουμε στο σπίτι. Ενώναμε τρία ή και τέσσερα τραπέζια – ξύλινα, πλαστικά ακόμα και σιδερένια. Άλλος πήγαινε από δω, άλλος από ‘κει, άλλος στην κουζίνα, άλλος στα κάρβουνα, άλλος κουβαλούσε πιάτα και κλασικά κάποιοι λουφαδόροι χασκογελούσαν στην αυλή.  Απ’ τις φωνές και τα γέλια δεν ακούγαμε ο ένας τον άλλον. Τι ευλογημένες γυναίκες οι γιαγιάδες  μου, πόσο ευτυχισμένες που γέμιζε το σπίτι τους!  Η γιαγιά ήταν όλη μέρα στην κουζίνα για να ταΐσει τόσα στόματα και ήθελε να μας ευχαριστεί μέσω του φαγητού. Θες λουκουμάδες, θες γεμιστά -ξέρετε αυτά με το πολύ λάδι που σχεδόν σκεπάζουν τις τομάτες- θες ριγανάδες (κάτι σαν τον κρητικό ντάκο), θες τηγανιτές πατάτες και όλα τα ανθυγιεινά, τα ωραία φαγητά της μεγάλης γιαγιάς, μιας γυναίκας παλιάς κοπής, που ήξερε να προσφέρει.  Ακόμα κι αν δεν ήθελες να φας, έπρεπε να συμμορφωθείς με το νόμο της γιαγιάς: «Όλοι πρέπει να τρώνε, αλλιώς είναι άρρωστοι».

Πώς να ξεχάσω την κληματαριά των γιαγιάδων μου; Όλα τα σπίτια στο χωριό άλλωστε έχουν μια κληματαριά λες και είναι συνεννοημένοι, λες και  επιβάλλεται από πολεοδομικό νόμο! Πόση ομορφιά σε μια τσιμεντένια αυλή, πόση σκιά και δροσιά, πόσα ξενύχτια κάτω από μια μόνο κληματαριά, πόσα κουτσομπολιά, πόσες συζητήσεις, πόσοι νεανικοί έρωτες και όνειρα μπορεί να χωρέσουν σε δυο ρίζες κληματαριά!

Τι να πρωτοθυμηθώ από τόσα υπέροχα – αλμυρά καλοκαίρια! Τις νύχτες που είχε καύσωνα και κοιμόμασταν στρωματσάδα στη βεράντα; Όλοι στη σειρά και βλέπαμε τ’ αστέρια ξαπλωμένοι! Συζητούσα ώρες με τη γιαγιά μέχρι που εξαντλημένες κι οι δυο αποκοιμιόμασταν. Ακόμα θυμάμαι την ασβεστωμένη αυλή! Αυλή μόνο με τσιμέντο, χωρίς πλακάκια ή πέτρα. Τόση γλύκα φτιαγμένη μόνο με τσιμέντο κι ασβέστη. Κάθε καλοκαίρι έπαιρναν την ταβανόβουρτσα και «ζωγράφιζαν». Γύρω γύρω, περιμετρικά τις άκρες της αυλής και έκαναν  ένα οβάλ σχέδιο στη μέση των σκαλοπατιών. Κι εμείς τρέχαμε και πατούσαμε πάνω στον ασβέστη για να τις πειράξουμε. Ξεχνιούνται τα κάθε λογής πλεκτά πετσετάκια που τα έβαζαν παντού για να στολίσουν τραπέζια, τηλεοράσεις, το ψυγείο, το πλυντήριο, ακόμα και τους καναπέδες;

Κι ερχόμαστε στο σήμερα. Αυτές οι υπέροχες γυναίκες  δεν είναι μαζί μας. Δεν τις ευχαρίστησα ποτέ για τις απίστευτες διακοπές που πέρασα κοντά τους. Δεν πρόλαβαΗ γιαγιά του Αντώνη και μαμά μου δεν έχει τσιμεντένια αυλή αλλά πέτρινη και έτσι δεν ασβεστώνει. Τα  σπίτι της δεν έχει κληματαριά και επειδή είναι πιο μοντέρνα δε βάζει πετσετάκια. Δεν πειράζει όμως! Μπορούμε και πάλι να μαζευτούμε πολλοί, μπορούμε ακόμα να παίξουμε μπουγέλο με το λάστιχο στην αυλή, μπορούμε να μείνουμε με το αλάτι πάνω μας, μπορούμε να ξεριζώσουμε λουλούδια, να μας μαγειρέψει λιχουδιές που συνήθως αποφεύγουμε και να κοιμηθούμε το βράδυ στρωματσάδα στη βεράντα κοιτώντας τα αστέρια! Κι όλα αυτά υπό το άγρυπνο βλέμμα του παππού και της γιαγιάς…

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s